εμπορεύομαι


εμπορεύομαι
[эмборэвомэ] ρ. торговать.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "εμπορεύομαι" в других словарях:

  • ἐμπορεύομαι — travel pres ind mp 1st sg ἐμπορεύομαι travel pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εμπορεύομαι — εμπορεύομαι, εμπορεύτηκα και εμπορεύθηκα βλ. πίν. 20 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • εμπορεύομαι — (AM ἐμπορεύομαι) 1. είμαι έμπορος, ασκώ το επάγγελμα τού εμπόρου («καί διά ταῡτα πλείους τε καὶ ἥδιον ἐμπορεύοιντο», Ξεν.) 2. εκμεταλλεύομαι για χρηματισμό (συνήθ. με κακή σημασία για εκμετάλλευση γυναικών) (α. «οἱ ἄνθρωποι οὗτοι... μεθ ἡμῶν… …   Dictionary of Greek

  • εμπορεύομαι — εμπορεύτηκα 1. αμτβ., ασκώ το επάγγελμα του εμπόρου, είμαι έμπορος: Ο θείος μου εμπορεύεται στην Αθήνα. 2. μτβ., αγοράζω και πουλώ για να κερδίσω από την πώληση: Εμπορεύεται υφάσματα. 3. εκμεταλλεύομαι για χρηματισμό, με κακοήθη τρόπο,… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐμπορεύεσθε — ἐμπορεύομαι travel pres imperat mp 2nd pl ἐμπορεύομαι travel pres ind mp 2nd pl ἐμπορεύομαι travel pres imperat mp 2nd pl ἐμπορεύομαι travel pres ind mp 2nd pl ἐμπορεύομαι travel imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) ἐμπορεύομαι travel imperf ind… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπορεύσῃ — ἐμπορεύομαι travel aor subj mp 2nd sg ἐμπορεύομαι travel fut ind mp 2nd sg ἐμπορεύομαι travel aor subj mid 2nd sg ἐμπορεύομαι travel aor subj act 3rd sg ἐμπορεύομαι travel fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπορεύῃ — ἐμπορεύομαι travel pres subj mp 2nd sg ἐμπορεύομαι travel pres ind mp 2nd sg ἐμπορεύομαι travel pres subj mp 2nd sg ἐμπορεύομαι travel pres ind mp 2nd sg ἐμπορεύομαι travel pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπορευομένων — ἐμπορεύομαι travel pres part mp fem gen pl ἐμπορεύομαι travel pres part mp masc/neut gen pl ἐμπορεύομαι travel pres part mp fem gen pl ἐμπορεύομαι travel pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπορευσαμένων — ἐμπορεύομαι travel aor part mp fem gen pl ἐμπορεύομαι travel aor part mp masc/neut gen pl ἐμπορεύομαι travel aor part mid fem gen pl ἐμπορεύομαι travel aor part mid masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπορευσάμενον — ἐμπορεύομαι travel aor part mp masc acc sg ἐμπορεύομαι travel aor part mp neut nom/voc/acc sg ἐμπορεύομαι travel aor part mid masc acc sg ἐμπορεύομαι travel aor part mid neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)